Χωρίς όνομα*

Εμπλοκή δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ όταν η ελληνική αντιπροσωπεία αρνήθηκε να συμμετάσχει σε συνάντηση κορυφής για την αντιμετώπιση του φαινομένου του τζιχαντισμού επειδή ο βόρειος γείτονάς μας δεν δέχθηκε να χρησιμοποιήσει το όνομα Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το αποτέλεσμα; Η ελληνική αντιπροσωπεία αποχώρησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Καμία λοιπόν ελληνική συμμετοχή σε μια σύνοδο – κλειδί για τα ζητήματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, ενόψει μάλιστα της σοβούσας προσφυγικής κρίσης.

Δεν γνωρίζω κατά πόσον τελικά η Ιστορία έχει μνήμη. Μου είναι δύσκολο να προεξοφλήσω την ταυτότητα του αύριο. Ξέρω όμως ότι το παρόν εκδικείται. Ιδίως όταν επιλέγεται η λύση της διαχρονικής απραξίας και της διαιώνισης του status quo σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ακόμη ηχούν στα αυτιά μου τα ραδιοτηλεοπτικά μηνύματα της δεκαετίας του 1990 για τις «προκλήσεις» του διεθνούς παράγοντα και τις ορέξεις του ακόρεστου αμερικανικού ιμπεριαλισμού όταν το «ψευδοκράτος» των Σκοπίων αναγνωριζόταν ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Η περίοδος του σημιτικού «εκσυγχρονισμού» και της καραμανλικής «ήπιας προσαρμογής» δεν έφεραν καμία αλλαγή. Οι ενδιάμεσες συμφωνίες παρέμειναν ενδιάμεσες. Οι προσωρινές διευθετήσεις παρέμειναν προσωρινές. Η μετωνυμία «Σκόπια» στην συνείδηση πολλών έγινε κυριολεξία. Το «κράτος των Σκοπίων» ήταν πιο εύηχο από το «κράτος της ΠΓΔΜ». Τουλάχιστον στα αυτιά όσων δεν επέμεναν να το αποκαλούν «κρατίδιο». Όπως ήταν αναμενόμενο, η ασύμμετρη αντίδραση των εμπάργκο τροφοδότησε έναν επιθετικό «μακεδονικό» εθνικισμό στην άλλη πλευρά της ιστορικής Μακεδονίας. Το αποτέλεσμα; Καμία ουσιαστική επαφή με τους βόρειους γείτονές μας για δεκαετίες και διαιώνιση μιας προσωρινής, ημιτελούς και εν τέλει ημιθανούς διευθέτησης.

Όσοι επεδίωκαν να χτίσουν γέφυρες διαφορετικού είδους από τις κρυπτο-οριενταλιστικές επιχειρηματικές συνεργασίες της «Ισχυρής Ελλάδας» λοιδωρούνταν ως ενεργούμενα ξένων ιμπεριαλισμών και αλυτρωτικών βλέψεων. Ποιος ξεχνά τις αμίμητες δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη; Σε ό,τι με αφορά είχα την ευκαιρία να βιώσω εκ του σύνεγγυς το βάρος της «εθνικής συναίνεσης».

Η πρώτη φορά ήταν όταν έμαθα από ελληνικά μέσα ενημέρωσης πως η συμμετοχή μου σε μια μεγάλη αντιφασιστική και αντιεθνικιστική συνάντηση στην πόλη των Σκοπίων έληξε με την κατάθεση στεφάνου σε μνημείο ήρωα του «σκοπιανού» εθνικισμού. Επρόκειτο για ένα συμβάν κατασκευασμένο από το μηδέν για να πλαισιώσει την είδηση της ώσμωσης αντιεθνικιστικών και αντιφασιστικών οργανώσεων από τις δυο χώρες.

Η δεύτερη φορά ήταν όταν συμμετείχα στη διοργάνωση της πρώτης (και ίσως της τελευταίας) διάλεξης Μακεδόνα ακαδημαϊκού σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Η αναφορά και μόνο της συνταγματικής ονομασίας «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ήταν αρκετή για να στοχοποιηθούν η εκδήλωση και οι διοργανωτές της από ακροδεξιά έντυπα και γνωστά φασιστοειδή.

Με τα χρόνια η εθνική μας τύφλωση εξελίχθηκε σε εθνική εθελοτυφλία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λύση που προ εβδομάδων πρόκρινε ελληνικός τηλεοπτικός σταθμός για τη μετάδοση ενός αγώνα μπάσκετ: την ψηφιακή αφαίρεση του ονόματος «Μακεδονία» από την εικόνα που μεταδιδόταν στο ελληνικό κοινό. Μακάρι οι μιντιακοί εκφραστές της εθνικής πολιτικής ορθότητας να κατάφερναν να λύσουν τα διεθνή διμερή μας προβλήματα με λογικές photoshop. Ίσως έτσι να διορθώνονταν και οι παραχαράξεις της «Ιστορίας», τις οποίες επικαλείται συχνά – πυκνά το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών. (http://www.mfa.gr/to-zitima-tou-onomatos-tis-pgdm/).

Πώς μπορεί να υπάρξει διάλογος και αμοιβαίες υποχωρήσεις στο «Μακεδονικό» όταν δεν φαίνεται να διαταράσσεται η μακρά συνέχεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής; Όταν κύριοι εκφραστές της νέας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένουν πως σε συνθήκες οικονομικής κρίσης δεν μπορεί να λυθεί κανένα διμερές πρόβλημα; Όσα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και να υπάρξουν, δεν πρόκειται να μεταβληθεί το κλίμα εάν δεν αλλάξουν παγιωμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις τόσο σε επίπεδο «κοινής γνώμης» όσο και σε επίπεδο θεωρητικών εργαλείων με βάση τα οποία μια κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την εξωτερική πολιτική.

Ας μην ξεχνάμε ότι η ποιότητα των ασυνεχειών στη μακρά συνέχεια των πολιτικών συλλογικής ασφάλειας και άμυνας θα κρίνουν εν πολλοίς το ιδεολογικό πρόσημο της δεύτερης κυβέρνησης της Αριστεράς.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή, στήλη Συναντήσεις, 03.10.2015.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s